Για τη Σιμόνη Πανουτσοπούλου

29/11/2009 Στο Πολιτιστικό Κέντρο του Δήμου Κηφισιάς ο Λεωνίδας Π. Αγγέλου παρουσίασε τη Σιμόνη Πανουτσοπούλου συγγραφέα των δύο παιδικών βιβλίων της «Αψούλα» και «Η Μυρτώ και οι φίλοι της».

Η ΟΜΙΛΙΑ ΤΟΥ ΛΕΩΝΙΔΑ ΑΓΓΕΛΟΥ

Ήταν Σεπτέμβριος του 1948 όταν ο πατέρας μου μετατέθηκε Πρωτοδίκης στην Ερμούπολη της Σύρου όπου εγκαταστάθηκε όλη η οικογένεια, οι γονείς μου με τα τρία αγόρια τους, σώοι από τις κακουχίες της κατοχής.

Ήταν η εποχή της άγριας Σύρας, όπως τη χαρακτηρίζει κυριολεκτικά ο Μάνος Ελευθερίου που λίγα χρόνια πριν είχε πληρώσει βαρύτατο φόρο στον βωμό της πείνας με χιλιάδες θύματα.  Όσο όμως άγρια κι αν ήταν, άνοιξε την αγκαλιά της διάπλατα και μας κράτησε στοργικά επάνω της.  Σχεδόν αμέσως συντονιστήκαμε με τους ρυθμούς της κοινωνικής ζωής της πόλης μιας πόλης που είχε γονατίσει και προσπαθούσε να ξανασταθεί στα πόδια της.  Ελάχιστα εργοστάσια λειτουργούσαν ακόμα και ήταν μετρημένοι οι αριστοκράτες που την κατοικούσαν.  Σε κατ’ οίκον συγκεντρώσεις, σε κοινωνικές εκδηλώσεις, χοροεσπερίδες στη θαυμάσια «Λέσχη Ελλάς», στο αριστοκρατικό, ακόμα τότε, καφενείο «Πάνθεον», τι καφενείο αλήθεια, σε εκδρομές πικ-νικ, στις μαγευτικές εξοχές της Σύρου γνωριστήκαμε και με την οικογένεια του Δημήτρη Πανουτσόπουλου, τους γονείς με τα δύο κορίτσια τους, τη Φώφη και τη Σιμόνη που είχαν περάσει εκεί πόλεμο και κατοχή.  Τα παιδιά των προσκειμένων οικογενειών βρισκόμαστε συνήθως σ’ εκείνη της μοναδικής ομορφιάς μαρμάρινη πλατεία, μπροστά από το αγλάισμα της πόλης, το Δημαρχιακό Μέγαρο, στον πρώτο όροφο του οποίου στεγάζονταν ανέκαθεν και η Δικαστικές Αρχές, σε πάρτι και σε εκδρομές πικ-νικ, στις οποίες συμμετείχαν οικογένειες κυρίως δικαστών με τα παιδιά του, μια και το γυμνάσιο ήταν χωριστά για τα αγορά και τα κορίτσια.  Έχουν διασωθεί αρκετές φωτογραφίες από εκείνες τις εκδρομές, την Καθαρή Δευτέρα, εκείνη του Πάσχα, Κυριακή του Θωμά κλπ.  Τότε γνώρισα τη Σιμόνη Πανουτσοπούλου, ένα πολύ όμορφο μελαχρινό κορίτσι, και παρά το νεαρό της ηλικίας μου, διέκρινα μία έμφυτη ευγένεια, αξιοπρέπεια καλοσύνη μα και περηφάνια.  Στα χρόνια της κατοχής και της μεγάλης πείνας, η εξάχρονη τότε Σιμόνη, θα βάλει τη βάση πάνω στη οποία θα χτίσει αργότερα το εθελοντικό έργο της.  Πριν από την κήρυξη του πολέμου, ο πατέρα της είχε την πρόνοια να μαζέψει αρκετά τρόφιμα, και όταν η πείνα άρχισε να θερίζει, η τρυφερή παιδική ψυχή της δεν άντεχε να νιώθει τα γειτονάκια της πεινασμένα.  Έτσι κάθε απόγευμα ζητούσε από τους γονείς της, αλεύρι, ζάχαρη και σταφίδες, και με λίγο νερό μέσα σε ένα κατσαρολάκι, πάνω σε ένα καμινέτο οινοπνεύματος, έφτιαχνε έναν νόστιμο χυλό για τα γειτονάκια της.  Με φωτεινό παράδειγμα τον πατέρα της, που άπλωνε το χέρι του με αγάπη σε όποιον ήξερε ότι είχε ανάγκη, η εσωτερική της παρόρμηση εξωτερικεύεται και εξελίσσεται σε όνειρο ζωής, που τα κατοπινά χρόνια θα μπορέσει να πραγματοποιήσει.  Το 1950 ο πατέρας της μετατέθηκε στη Χίο, όπου εγκαταστάθηκε όλη η οικογένεια και χάθηκαν τα ίχνη μας.  Το 1963, ξαναβρίσκονται κάνω από εντελώς διαφορετικές συνθήκες, και μόνο το 2001 αναβιώσαμε την παλιά φιλία μας.  Τα χρόνια που μεσολάβησαν παραμεριστήκαν και νομίζαμε πως η ζωή μας στο νησί ήταν μόλις χθες.  Το μεγάλο όνειρο της ζωής της ήταν πια γεγονός και η εθελοντική προσωπικότητά της είχε βρει διέξοδο όταν έμαθε ότι στην Αντλεριανή Σχολή με τη βοήθεια ψυχολόγων παρέδιδαν μαθήματα σε όσους  ήθελαν να μάθουν πώς να αντιμετωπίζουν και να στηρίζουν παιδιά με ειδικές ανάγκες και ψυχολογικά προβλήματα.  Παρακολούθησε τα μαθήματα και μετά το πέρας τους άρχισε να προσφέρει τις υπηρεσίες της εθελοντικά σε ένα νοσοκομείο για παιδιά με ψυχικά και άλλα προβλήματα υγείας .  Αυτή ήταν μια ομαδική εθελοντική εργασία όμως πιστεύω ότι η πρώτη εθελοντική δουλειά της ήταν όταν μόλις έξι χρόνων τάιζε τα πεινασμένα γειτονάκια της στην κατοχική Ερμούπολη. Το 2001 σε κάποια συνάντησή μας, μου αφηγήθηκε με εκείνη την ήρεμη γλυκύτητα που διακρίνει τη φωνή της, με το ιδιαίτερο ηχόχρωμα, την ιστορία μιας νεοσσού κοτσιφίνας, της Αψούλας.  Η αφήγηση της ιστορίας ήταν συγκλονιστική και με είχε συνεπάρει.  Της είπα αμέσως ότι αυτή η ιστορία δεν πρέπει να χαθεί και πως είναι μοναδική, και πως έχει χρέος να τη γράψει σε βιβλίο.  Στη αρχή φάνηκε διστακτική, όμως η επιμονή μου δικαιώθηκε και το βιβλίο είναι γεγονός, με τον ευρηματικό τίτλο «η Αψούλα».  «Η Αψούλα», δεν είναι ένα παιδικό, αλλά ένα παιδαγωγικό βιβλίο μεγάλης αξίας το οποίο όπως μαθαίνω ξεχώρισε Επιτροπή του Υπουργείο Παιδείας για τον ετήσιο διαγωνισμό παιδικού βιβλίου.  Σήμερα είμαστε εδώ για να χαιρετίσουμε τη Σιμόνη Πανουτσοπούλου που με το βιβλίο της αυτό ανέβηκε το πρώτο σκαλί, που τόσο πολύ από τον κοινό κόσμο απέχει, όπως γράφει ο μεγάλος Καβάφης στο ποιήμα του «Το πρώτο σκαλί», ενός από τους δυσκολότερους τομείς της πεζογραφίας, εκείνον της παιδικής.. Το πρώτο αυτό βιβλίο της ακολούθησε ένα δεύτερο, «η Μυρτώ και οι φίλοι της» και της εύχομαι να είναι καλοτάξιδα και τα δύο.  Το 1948 που τη γνώρισα, η Σιμόνη Πανουτσοπούλου ήταν ένα πολύ καλό κορίτσι που κι ένα εννιάχρονο αγόρι το κατάλαβε.  Τώρα το 2009 η Σιμόνη Πανουτσοπούλου είναι μια πολύ καλή γυναίκα που κι ένα πουλάκι το κατάλαβε.

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s