Για μένα η Βέμπο

Κείμενο για τον πρόλογο της Β’ έκδοσης του βιβλίου του Ανδρέα Μοντέζ «Σοφία Βέμπο, Η γυναίκα θρύλος».

Πρέπει να ήμουν επτά χρόνων όταν την πρωτάκουσα από το πρώτο μας ραδιόφωνο, μετά την κατοχή.  Όσο περνούσαν τα χρόνια, εκτός από το μοναδικό ηχόχρωμα της φωνής της με την ανάγλυφη άρθρωση, όπως έγραψε αργότερα ο συνθέτης, στιχουργός και δημοσιογράφος Χρ. Χαιρόπουλος, άρχισα να μαθαίνω για το βίο και την πολιτεία της, και κάποτε η εκτίμηση και ο θαυμασμός μου για ‘ κείνη γιγαντώθηκε και πήρε τη θέση της ανάμεσα στα πολύτιμα πράγματα της ζωής μου.  Το 1940, καθιερωμένη ερωτική τραγουδίστρια των TANGO,γίνεται η επική μούσα και η παρηγοριά κάθε πολεμιστή στα χαρακώματα και όπου αλλού οι Έλληνες έδιναν το αίμα τους.  Στέκομαι στη φράση “κάθε πολεμιστή” που χωράει όλους τους στρατευμένους Έλληνες ανεξαρτήτως των πολιτικών τους πιστεύω.  Για τη Βέμπο έφθανε ότι ήταν Έλληνες και πολεμούσαν τον κατακτητή.  Τα παραπάνω συμπληρώνουν οι συναυλίες της στα μεγαλύτερα θέατρα του κόσμου τα οποία γέμιζε ασφυκτικά.  Το πρώτο και επισημότερο ρεσιτάλ της Σοφίας στην Αμερική δόθηκε στις 11.5.1947 στο κατάμεστο τριών χιλιάδων θέσεων Κάρνεγκι Χωλ της Νέας Υόρκης.  Οι κριτικές που γράφτηκαν την επομένη από τους πιο εγκρίτους μουσικοκριτικούς στα σπουδαιότερα δημοσιογραφικά έντυπα της Νέας Υόρκης ήταν θριαμβικές, σωστό παραλήρημα.  Αρκετά χρόνια μετά είχα την τύχη να διαβάσω στο τεύχος αρ. 121 της 1.4.1978 του περιοδικού Νέα Εστία, τον αποχαιρετισμό του θεατρικού συγγραφέα, μεταφραστή κλπ. Στάθη Σπηλιωτόπουλου, που είχε την ευλογία να παρακολουθήσει αυτό το ρεσιτάλ.  Αφηγούμενος φθάνει στο τραγούδι που έκανε τους παλιούς μετανάστες να κλαίνε με λυγμούς.  Ένα τραγούδι που τους στίχους είχε γράψει ο Μίμης Τραϊφόρος και μελοποίησε ο θαυμάσιος μουσικοσυνθέτης Ιωσήφ Ριτσιάρδης, ειδικά για αυτήν την εκδήλωση, και της το είχαν στείλει στη Νέα Υόρκη.  Το ρεφραίν  :

Χωριό μου χωριουδάκι μου

Και πατρικό σπιτάκι μου

Στη σκέψη μου σας φέρνω νύχτα-μέρα

Εδώ στα ξένα πέρα.

Κι άλλο δεν θέλω απ’ τη ζωή

Δεν θέλω τίποτ’ άλλο να μου δώσεις

Παρά να μ’ αξιώσεις

Να ξαναδώ κάποιο πρωί,

Το πατρικό σπιτάκι μου

Και το φτωχό το χωριουδάκι μου.

Και συνεχίζοντας γράφει :

“Ήταν πιο δυνατό το αναφιλητό που ακούστηκε, παρά το χειροκρότημα που ξέσπασε μόλις τελείωσε το τραγούδι.  Τα απλά απέριττα λόγια συντάραξαν την ακοίμητη νοσταλγία που φωλιάζει στις ψυχές των ομογενών μας και τη μετουσίωσαν σε στεναγμό και σε δάκρυα.  Στα δύο χρόνια που έμεινε εκεί η Βέμπο, ακολούθησαν πολλές συναυλίες στις μεγάλες πόλεις της Συμπολιτείας και σε συγκεντρώσεις ελληνικών παροικιών.  Η ίδια πάντα υποδοχή, ο ίδιος στεναγμός των ξενιτεμένων, που άκουγαν στο τραγούδι της το γνησιότερο παλμό της καρδιάς της μακρινής πατρίδας.  Ας είναι αυτά τα λόγια ένα φιλικό μνημόσυνο για μια Ελληνίδα καλλιτέχνιδα που με την ανεπιτήδευτη, την αφτιασίδωτη τέχνη της μπόρεσε να δονήσει την πανελλήνια και ακόμη πλατύτερα, την πανεθνική ψυχή”.

Είναι και για μένα η ΒΕΜΠΟ.

Λεωνίδας Π. Αγγέλου

Πρώην Πλοίαρχος Ε.Ν., Φιλότεχνος & Συλλέκτης

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s