Για τη Σοφία Βέμπο

ΣΟΦΙΑ ΒΕΜΠΟ 1910-2010

Του Λεωνίδα Π. Αγγέλου,

Πρώην Πλοιάρχου  Ε.Ν.,  Φιλότεχνου- Συλλέκτη

(Επιμέλεια αφιερώματος: Σπύρος Αραβανής)

Με τη συμπλήρωση 100 χρόνων από τη γέννηση της μεγάλης αυτής Ελληνίδας, θα επιχειρήσω ένα σύντομο οδοιπορικό, σε έναν τόσο πολυσήμαντο αλλά και πολυκύμαντο βίο μιας γυναίκας που υπηρέτησε την πατρίδα της με φλογερό πάθος. Πρέπει να ήμουν επτά χρόνων όταν την πρωτάκουσα από το πρώτο μας ραδιόφωνο, μετά την κατοχή.  Όσο περνούσαν τα χρόνια, εκτός από το μοναδικό ηχόχρωμα της φωνής της με την ανάγλυφη άρθρωση, όπως έγραψε αργότερα ο συνθέτης, στιχουργός και δημοσιογράφος Χρ. Χαιρόπουλος, άρχισα να μαθαίνω για το βίο και την πολιτεία της, και κάποτε η εκτίμηση και ο θαυμασμός μου για ‘ κείνη γιγαντώθηκε και πήρε τη θέση της ανάμεσα στα πολύτιμα πράγματα της ζωής μου. 

Η Βέμπο γεννήθηκε στις 10 Φεβρουαρίου του 1910 στην Καλλίπολη της ανατολικής Θράκης. Ο πατέρας της Θανάσης Μπέμπος, από την Τσαρίτσανη Θεσσαλίας, καπνεργάτης, και η μητέρα της Πηνελόπη το γένος Παντίρη είχαν μεταναστεύσει εκεί προς αναζήτηση καλλίτερης τύχης.  Οι σεισμοί του 1912 καθώς και οι πολεμικές επιχειρήσεις στην περιοχή είχαν βλάψει σημαντικά τις δουλειές του. Το 1914 γεννήθηκε το δεύτερο παιδί τους ο Γιώργος, ο Τζώρτζης όπως τον αποκαλούσαν, κι αμέσως έφυγαν για την Κωνσταντινούπολη, όπου γεννήθηκαν η Αλίκη και ο Ανδρέας.  Πρέπει να ήταν 11 χρονών η Σοφία όταν έφυγαν για το Βόλο όπου εγκαταστάθηκαν, μέχρι το 1933.  Εκεί πέρασε τα πρώτα εφηβικά της χρόνια και εκεί τελείωσε το γυμνάσιο.   Η υγεία του πατέρα της είχε κλονιστεί σοβαρά οι δουλειές του πήγαιναν άσχημα, και η φτώχεια δεν άργησε να χτυπήσει την πόρτα του σπιτιού τους.  Γρήγορα κατάλαβε ότι έπρεπε να εργαστεί, για να βοηθήσει το σπίτι της.  Για ένα διάστημα εργάστηκε ως ταμίας σε ένα από τα μεγάλα εμπορικά καταστήματα “Φλωρία” του Βόλου. Κυρίαρχη σκέψη της ήταν να βρει μια καλή δουλεία να βοηθήσει την οικογένειά της και τον Τζώρτζη που ονειρευόταν να γραφτεί στο Πανεπιστήμιο να σπουδάσει νομικά..

H«πρώτη συναυλία»…

Το Σεπτέμβριο του 1933 πήρε την απόφαση να ταξιδέψει στη Θεσσαλονίκη για να συναντήσει τον Τζώρτζη που είχε πάει να κανονίσει την εγγραφή του στο Πανεπιστήμιο και να ψάξει για δουλειά.  Αποχαιρέτησε τους δικούς της και σαλπάρισε για τη Θεσσαλονίκη με το «Κεφαλληνία».  Στις αποσκευές της είχε και μία παλιά κιθάρα που της την είχαν χαρίσει. Της άρεσε πάντα να τραγουδάει με τις παρέες της.  Στο σχολείο ήταν η πρώτη στο τραγούδι καθώς η φύση την είχε προικίσει με άριστο μουσικό αυτί και με ένα τεράστιο όγκο φωνής κοντράλτο.  Εκεί λοιπόν στο κατάστρωμα του πλοίου ένα απόγευμα πήρε την κιθάρα της, την ψευτοκούρδισε κι άρχισε να τραγουδά τα τραγούδια του Χατζηαποστόλου “Φτώχεια” και το “Μαντήλι”, το “Γελεκάκι” και άλλα που είχε μάθει από τα γραμμόφωνα στα καταστήματα “Φλωρία”.  Πολλοί από τους επιβάτες μαζεύτηκαν γύρω της και όταν τελείωσε τη χειροκρότησαν.  Μέσα σ’ αυτούς ήταν και ένα καλοντυμένος γοητευτικός άνδρας που της συστήθηκε ιμπρεσάριος, και το όνομα του ήταν Κωνσταντίνος Τσίμπας.  Η ειρωνεία της τύχης είναι ότι τα κατοπινά χρόνια αποδείχτηκε ότι ήταν πράκτορας των Γερμανών.  Ο Τσίμπας της είπε ότι με τα προσόντα που έχει μπορεί αν ήθελε να γίνει τραγουδίστρια, όμως οι επιφυλάξεις της ήταν ακόμα μεγάλες.  Στη Θεσσαλονίκη την περίμενε ο Τζώρτζης και η Σοφία βγήκε από το καράβι συνοδευόμενη από τον Τσίμπα, τον οποίο ευχαρίστησε για την πρότασή του και του ζήτησε να τους δώσει μερικές μέρες να το σκεφτούν.  Όταν έμειναν οι δύο τους, και μετά από πολύωρες συζητήσεις, ο Τζώρτζης της πρότεινε να συζητήσει το θέμα με τους γονείς τους.  Η Σοφία η οποία σεβόταν και αγαπούσε πολύ τους γονείς της ήταν σίγουρη πως η ιδέα να γίνει τραγουδίστρια θα τους αναστάτωνε, γιατί ήξερε καλά τη γνώμη τους για τους τραγουδιστές και τους θεατρίνους.  Όταν γύρισε ο αδελφός της και της είπε πως είχε καταφέρει να τους πείσει να δώσουν τη συγκατάθεσή τους, ανακουφίστηκε.  Τις επόμενες μέρες έγιναν όλες οι ενέργειες συμβόλαιο κτλ. παρόντος πάντοτε του Τζώρτζη, προκειμένου να εμφανιστεί σε ρεστοράν τύπου “Αστόρια Β΄” στο οποίο σύχναζε η νεοσυσταθείσα αστική τάξη της Θεσσαλονίκης που μόλις είκοσι χρόνια πριν είχε απελευθερωθεί από τον Τουρκικό ζυγό.

Το «βάπτισμα»

Στις 13 Οκτωβρίου 1933 η Σοφία τραγούδησε για πρώτη φορά μπροστά σε κοινό και καταχειροκροτήθηκε.   Οι εμφανίσεις της στο “Αστόρια Β΄” συνεχίστηκαν για τρεις βραδιές.  Στη συνέχεια ο Τσίμπας της ανακοίνωσε ότι είχε πείσει τον θεατρικό επιχειρηματία του θεάτρου “ΚΕΝΤΡΙΚΟΝ” Φώτη Σαμαρτζή για το σπάνιο τραγουδιστικό ταλέντο που είχε να του παρουσιάσει, και έπρεπε να φύγουν για την Αθήνα.  Το ίδιο βράδυ το συζήτησε με τον αδερφό της και τελικά αποφάσισαν να φύγουν μαζί για την Αθήνα.   Το θέατρο “ΚΕΝΤΡΙΚΟΝ” που βρισκόταν στην πλατεία Κολοκοτρώνη, θα έκανε έναρξη της χειμερινής σεζόν 1933-1934  με την επιθεώρηση του Αντώνη και Λόλας Βώττη “Παπαγάλος 33”.  Ο Τσίμπας παρουσίασε τη Σοφία στο Σαμαρτζή ο οποίος τη συμπάθησε από την πρώτη στιγμή, έτσι που τα κατοπινά χρόνια η Σοφία στις αναφορές της σ’ αυτόν τον αποκαλούσε δεύτερο πατέρα της.  Το συμβόλαιο που υπέγραψε ήταν 14.000 δρχ. για ένα μήνα, τεράστιο ποσό για κείνα τα χρόνια.  Ο Βώττης όμως απογοητεύτηκε από την ακρόαση γιατί δεν είχε μάθει ποτέ πριν σε τέτοιο άκουσμα γυναικείας φωνής και τη χαρακτήρισε απαράδεκτη.  “Δεν ξέρω τι μου λες” του είπε ο Σαμαρτζής κόβοντάς του τη φόρα.  “Υπόγραψε συμβόλαιο και για ένα μήνα θα είναι η τραγουδίστρια του θεάτρου μου.”  Η Λόλα Βώττη ήταν η μουσικοσυνθέτρια του θεάτρου και η Σοφία της πρότεινε να της γράψει ένα τσιγγάνικο τραγούδι.  Έτσι γεννήθηκε το πρώτο της τραγούδι το “Όμορφη Τσιγγάνα”.  Σε τρείς μέρες θα ανέβαινε η επιθεώρηση και η Σοφία δεν είχε μάθει μόνο το τραγούδι, αλλά και πώς θα στεκόταν στη σκηνή. Ο θίασος αποτελούνταν από τα μεγαλύτερα ονόματα του μουσικού θεάτρου εκείνης της εποχής, Ορέστη Μακρή, Μαρίκα Μαντεινιού, Μαρίκα Νέζερ, Νίκο Μηλιάδη, Φώτη Αργυρόπουλο και τη χορεύτρια Κούλα Γκιουζέπε.   Στις 25 Οκτωβρίου 1933 δόθηκε η πρεμιέρα της επιθεώρησης “Παπαγάλος 33”, στο θέατρο “ΚΕΝΤΡΙΚΟΝ”.  Η Σοφία μεταμορφώθηκε σε γνήσια τσιγγάνα και βάζοντας στον ώμο την κιθάρα της βγήκε στη σκηνή.  Ο Τζώρτζης και δύο αδέρφια της μητέρας της, ήταν στην πλατεία.  Μία θύελλα από χειροκροτήματα ξέσπασε όταν τελείωσε το τραγούδι της, που συνοδευόταν με «μπίς».  Η Σοφία έκανε μια βαθειά υπόκλιση προς το κοινό, ξανάβαλε την κιθάρα της στον ώμο και κατευθύνθηκε προς την κουίντα ενώ η σάλα εξακολουθούσε να δονείται από το χειροκρότημα. «Πού πάς» της φώναζαν οι ηθοποιοί, “δεν ακούς που σου φωνάζουν μπίς;» «Ε, και λοιπόν;» ρώτησε σαστισμένη η Σοφία μη ξέροντας τι σήμαινε «μπίς». «Σε καλούν να ξαναπείς το τραγούδι» της είπε ο Ορέστης Μακρής και δίνοντας της μια γερή σπρωξιά την ξανάβγαλε στη σκηνή.  Το τραγούδησε τέσσερις φορές…Είναι θαυμαστό ότι μέσα σε 12 μέρες, δηλαδή από τις 13 Οκτωβρίου που έκανε την πρώτη της εμφάνιση στη Θεσσαλονίκη, μέχρι τις 25 Οκτωβρίου που έκανε την πρώτη της εμφάνιση στο θέατρο “ΚΕΝΤΡΙΚΟΝ” στην Αθήνα, από την αφάνεια, βρέθηκε στην επιφάνεια.

Ο πρώτος δίσκος

Την άνοιξη του 1934 ο θίασος του Σαμαρτζή μεταφέρθηκε στο θέατρο ΠΑΠΑΙΩΑΝΝΟΥ της οδού Πατησίων, κι εκεί τραγουδά την καινούργια ρομάντζα “Μαύρα μου μάτια” των Σύλβιου-Καρακάση-Λώρη.  Σκοπός της ήταν πια να κάνει τον πρώτο της δίσκο.  Το καλοκαίρι του 1934 ο θίασος μεταφέρθηκε στο θερινό θέατρο “ΣΑΜΑΡΤΖΗ” της οδού Καρόλου.  Η καινούργια ρομάντζα της Σοφίας ήταν το “Μη ζητάς φιλιά” των Ντ’ Αντζελίς – Πωλ Νορ.  Ο Ντ’ Αντζελίς πιανίστας και συνθέτης του τραγουδιού είχε κάνει καριέρα στο Παρίσι για χρόνια, ήταν ο πρώτος μουσικός που διέκρινε τις τραγουδιστικές ικανότητες της Βέμπο κι έγραψε το τραγούδι για την κοντράλτο φωνή της.  Ο ίδιος ανέλαβε να της κάνει εντατικές πρόβες για να τη μάθει πώς να κινείται πάνω στη σκηνή.  Ο Πωλ Νόρ έβαλε στη θέση του “Έφη” το “Σοφία” και παρουσίασε για πρώτη φορά στη σκηνή του θεάτρου την αδελφή της Αλίκη που την είχε πια πάρει μαζί της.  Χάλασε η Αθήνα με αυτό το τραγουδάκι.  Η φωνογραφική εταιρεία Columbia, ενδιαφέρθηκε να φωνογραφήσει αυτό το τραγούδι, αλλά ο καλλιτεχνικός διευθυντής και μαέστρος Γιώργος Βιτάλης δεν ήθελε να ακούσει κουβέντα για τη Βέμπο.  Ο Ντ’ Αντζελίς όμως ήταν ανένδοτος.  “Η Βέμπο το έκανε επιτυχία”, του είπε, “κι αυτή θα το περάσει στο δίσκο”.  Και καθώς ο Βιτάλης επέμενε στην άρνησή του, ο Ντ’ Αντζελίς την παρουσίασε σε μια άλλη εταιρεία την PARLOPHONE.  Ο πρώτος της δίσκος ήταν πια γεγονός και η επιτυχία του τεράστια επιβάλλοντας ένα καινούριο άκουσμα κι ένα νέο τραγουδιστικό στυλ που καμία σχέση δεν είχε με τα στερεότυπα της λετζέρας σοπράνο.  Για πρώτη φορά γυναικεία κοντράλτο φωνή ακουγόταν από δίσκο ελαφράς μουσικής.  Ο Βιτάλης στην Columbia τραβούσε τα μαλλιά του.  Σύντομα την επισκέφτηκε στο θέατρο και της ζήτησε να υπογράψει συμβόλαιο συνεργασίας με την εταιρεία του, το οποίο η Σοφία τήρησε μέχρι το τέλος της ζωής της.  Το πρώτο τραγούδι που φωνογράφησε στην Columbia ήταν το «Σ’ αγάπησα»  (Μουσική: Θεόφραστου Σακελλαρίδη, Στίχοι: Πωλ Νορ, 1934) Απ’ αυτή τη στιγμή φωνογραφούσε το ένα τραγούδι μετά το άλλο («Ας πεθάνω» (Κατριβάνου-Βέμπο), «Αφήστε με να πιω»,  «Να γιατί ακόμα σ΄ αγαπώ» (Γιαννίδη) κ.ά.)  και οι κριτικές πια ήταν ενθουσιώδεις.

Τα ένδοξα χρόνια 1933-1940

Από το 1933 μέχρι την 28η Οκτωβρίου του 1940 που μας κήρυξε τον πόλεμο η Ιταλία, η Βέμπο κάνει τεράστιες επιτυχίες τραγουδώντας από τη σκηνή των θεάτρων ΣΑΜΑΡΤΖΗ, ΑΛΑΜΠΡΑ-ΛΑΟΥ-ΙΝΤΕΑΛ-ΜΟΝΤΙΑΛ-ΜΑΚΕΔΟ-ΚΕΝΤΡΙΚΟΝ και συνεργάζεται με τους σπουδαιότερους μουσικούς και στιχουργούς. Κάνει περιοδείες σε όλες τις πόλεις της Μακεδονίας και της Θεσσαλίας, και κάνει τρίμηνο συμβόλαιο για να εμφανιστεί στο μεγάλο καμπαρέ της Αλεξάνδρειας “Γκράν Τριανόν”.  Κατά τη διάρκεια αυτής της περιόδου, δισκογράφησε και τα ακόλουθα: «Συγνώμη σου ζητώ» (Γιαννίδη-Σακελλαρίου), «Κάτι με τραβά κοντά σου» (Σιουγούλ-Γαϊτάνου), «Για μια γυναίκα» (Κωνσταντινίδη-Κοφινιώτη) κ.ά.  Το 1938 πρωταγωνίστησε μάλιστα στην πρώτη ομιλούσα ελληνική ταινία «Η Προσφυγοπούλα» της οποίας τα εσωτερικά πλάνα θα γυρίζονταν στην Αίγυπτο στα στούντιο του σκηνοθέτη Τόγκο Μιζράχη, σε σενάριο του Δημ. Μπόγρη και μουσική του Κώστα Γιαννίδη. Είναι η μοναδική Ελληνίδα τραγουδίστρια η οποία βάσει συμβολαίου με την Columbia εισπράττει το 10% από τις πωλήσεις των δίσκων της, ανάμεσα σε άντρες και γυναίκες.  Οι τραγουδιστές εκείνη την εποχή πληρώνονταν μόνο με μεροκάματο για κάθε δισκογράφηση.  Οι επιτυχίες ήταν μία πίσω από την άλλη: «Θα περιμένω» (Ραπίτη-Κοφινιώτη), «Άσε τον παλιόκοσμο να λέει» (Σουγιούλ-Σακελλάριου) κ.ά. Το καλοκαίρι του 1939 από τη σκηνή του θεάτρου ΣΑΜΑΡΤΖΗ, τραγουδά τα θρυλικά πια «Πόσο λυπάμαι» και «Την αλήθεια να μου πης» των Γιαννίδη-Παπαδούκα. Για τη χειμερινή περίοδο 1939/1940 εμφανίζεται στο θέατρο ΜΟΝΤΙΑΛ και στις παραμονές των Χριστουγέννων του 1939 όταν ανέβηκε η επιθεώρηση των Χρ. Γιαννακόπουλου-Αλ. Σακελλάριου με μουσική του Γιαν. Κυπαρίσση “Αθήνα 1939” η Σοφία λανσάρει το τραγούδι “ΝΑΝΙ-ΝΑΝΙ” των παραπάνω δημιουργών και το έκανε τη μεγαλύτερη επιτυχία του 1939.

Τα χρόνια του Πολέμου

Ο ερχομός του 1940 βρίσκει τον Έλληνα μουδιασμένο. Τις ανασφάλειες του τις εκτόνωνε με τη διασκέδαση.  Τα θέατρα ήταν γεμάτα κάθε βράδυ. Το καλοκαίρι του 1940 η Βέμπο γνωρίζεται με τον έξοχο πιανίστα και συνθέτη Χρήστο Χαιρόπουλο που γράφει σε στίχους του Χρ. Γιαννακόπουλου «Το ταγκό της ψαροπούλας» που έγινε μεγάλη επιτυχία τις παραμονές του πολέμου, μια από τις ωραιότερες δισκογραφήσεις που έκανε η Βέμπο. Την παραπάνω επιθεώρηση διαδέχθηκε η επιθεώρηση «Βραδυνές Τρέλες» των Γιαννουκάκη-Ευαγγελίδη-Σακελλάριου-Γιαννακόπουλου, στο οποίο η Βέμπο λανσάρει τη μεγάλη επιτυχία της «Το πρωί με ξυπνάς με φιλιά» σε μουσική Γ. Κυπαρίσση και σε στίχους του Χρ. Γιαννακόπουλου.  Στην ίδια επιθεώρηση ακούγεται και το τραγούδι “Στη Λάρσα βγαίνει Αυγερινός” (1940), σε διασκευή Σ. Βέμπο-Απ. Μοσχούτη.  Αυτό το τραγούδι, το άκουγε μικρή στην Τσαρίτσανη, την ιδιαίτερη πατρίδα του πατέρα της από μία ηλικιωμένη γυναίκα, όταν πήγαινε για διακοπές και της είχε κάνει μεγάλη εντύπωση.  Το τραγούδησε στον Μοσχούτη, βιρτουόζο πιανίστα που λάτρευε τη τζαζ.  «Μα είσαι τρελή; τι νόημα έχει να πεις εσύ ένα τέτοιο βλαχοτράγουδο;  Εσένα ο κόσμος σε θέλει στις ρομάντζες».  Τελικά έγραψε τις νότες, και η Σοφία χρειάστηκε να δώσει μάχες με τους συγγραφείς, τον συνθέτη Κώστα Γιαννίδη που απείλησε πως θα αποχωρούσε από την παράσταση, αλλά και με τον επιχειρηματία Ανδρέα Μακέδο.  Τελικά πέρασε το δικό της.  Ο Γιαννίδης το ενορχήστρωσε με βαριά καρδιά.  Το τι έγινε μόλις τελείωσε το τραγούδι δεν περιγράφεται.  Ο κόσμος όρθιος χειροκροτούσε φωνάζοντας «όλο» και «μπις».  Η ερμηνεία ήταν τόσο δυνατή, η Θεσσαλική προφορά τόσο άψογη, ο ρυθμός και η αισθαντικότητα τόσο τέλειες που το κοινό είχε μείνει έκπληκτο.  Η Βέμπο τραγούδησε το τραγούδι τέσσερις φορές εκείνο το βράδυ της πρεμιέρας.  Την άλλη μέρα ρώτησαν τον Γιαννίδη, πως πήγε η ρομάντζα του με τη Βέμπο, κι αγανακτισμένος απάντησε : «Ποια ρομάντζα; Αυτή ξεθεώθηκε να τραγουδάει το βλαχοτράγουδο, βρε τι στο προσκήνιο το τραγούδησε, τι πάνω στο πιάνο, ακουμπισμένη στην κουίντα, με την πλάτη στο κοινό! Μόνο ανάσκελα δεν μας το τραγούδησε».  Ήταν μια έμπνευση της Βέμπο, ένα προμήνυμα της συγκλονιστικής καριέρας της με τα πατριωτικά τραγούδια που θα ακολουθούσε, καθώς ο πόλεμος ήταν προ των θυρών.

«Παιδιά της Ελλάδος παιδιά»

28 Οκτωβρίου 1940 στις 10 πμ. ο ραδιοφωνικός σταθμός Αθηνών μεταδίδει το πρώτο έκτακτο ανακοινωθέν του Γενικού Ελληνικού Στρατηγείου.  Ο Κώστας Σταυρόπουλος, εκφωνεί ΕΚΤΑΚΤΟΝ ΑΝΑΚΟΙΝΩΘΕΝ.  Το γλέντι του πολέμου αρχίζει, όλη η Ελλάδα γίνεται ένα κι αντιστέκεται νικηφόρα με τίμημα το αίμα. Όλα τα θέατρα ακυρώνουν τις παραστάσεις τους και ανεβάζουν πολεμικές επιθεωρήσεις.  Οι συγγραφείς, στιχουργοί, συνθέτες, ηθοποιοί, τραγουδιστές, δίνουν τον καλύτερό εαυτό τους όπου κι αν βρίσκονται στην σκηνή ή στο μέτωπο.  Όμως, όπως έλεγε ο Αλέκος Σακελλάριος, η πρωταγωνίστρια ήταν η Βέμπο.  Στο θέατρο ΜΟΝΤΙΑΛ με επικεφαλής τη Βέμπο, ανεβαίνει ένα είδος βαριετέ και το πρόγραμμα της ΟΑΣΗΣ του Ζαππείου παρουσίαζε ο Μίμης Τραϊφόρος.  Ο τίτλος της επιθεώρησης ήταν “Πολεμική Αθήνα” και ο θίασος αποτελείτο από τα πιο λαμπρά ονόματα του μουσικού θεάτρου, Άννα-Μαρία Καλουτά, Κοκκίνη, Φιλιππίδη, Νέζερ, Λαζαρίδου, Σκιαδά, Γεωργία Βασιλειάδου, Αλίκη Βέμπο και το βαρύ πυροβολικό, τη Σοφία Βέμπο που χαλούσε κόσμο κάθε βράδυ με το «Στον πόλεμο βγαίνει ο Ιταλός» παρωδία σε στίχους του Γιώργου Θίσβιου πάνω στη μουσική του «Στη Λαρσα βγαίνει ο Αυγερινός».  Η Σοφία έχει ακούσει πως ο Μίμης γράφει ωραίους στίχους και μια μέρα τον πλησιάζει και του ζητά να της γράψει ένα πολεμικό τραγούδι πάνω στη μουσική της «Ζέχρα» του Μ. Σουγιούλ.  Κατά τη διάρκεια της παράστασης ο Τραϊφόρος σκαρώνει το «Παιδιά της Ελλάδος παιδιά».  Της το διαβάζει, αλλά η Σοφία βρίσκει σκληρό το τέλος που λέει «Αν δεν΄ρθήτε νικηταί, να μην έρθετε ποτέ».   Του ζητά να το αλλάξει κι ο Μίμης αντικαθιστά τον στίχο «Με της Νίκης τα κλαδιά, σας προσμένουμε παιδιά».  Το ίδιο βράδυ η Σοφία το τραγουδάει συγκλονιστικά μέσα απ’ το χαρτί και μια και δύο και τρεις φορές.  Το ακροατήριο παραληρεί.  Το θέατρο είναι γεμάτο κάθε βράδυ.  Οι μισές εισπράξεις πάνε στον ελληνικό στρατό.

Το τραγούδι όμως αυτό στέκεται κι η αφετηρία ενός μεγάλου έρωτα.  Ενός έρωτα που έπεσε σαν οδοστρωτήρας στη ζωή του Τραϊφόρου και δεν άφησε όρθιες ούτε τις αναμνήσεις του.  «Ήμουν γεμάτος δέος απέναντι σ’ αυτή τη γυναίκα.  Γιατί το μόνο που σου επέτρεπε ήταν να τη σέβεσαι.  Δεν τολμούσα να σηκώσω τα μάτια μου να την κοιτάξω» γράφει στο βιβλίο του «Βέμπο-Τραϊφόρος / Μια ζωή».  Και μαζί με τον πόλεμο αρχίζει κι ένας τρελός έρωτας.

Τα δύσκολα χρόνια τη Κατοχής

Κάθε βράδυ η Βέμπο με τον Μένιο Μανωλιτσάκη στο ακορντεόν και τη Μαρίκα Κοτοπούλη που την παρουσίαζε, γυρίζουν όλα τα θέατρα διακόπτοντας την παράσταση, προκειμένου να μαζέψουν χρήματα για το σύλλογο “Η Φανέλα του Στρατιώτη”.  Ο ραδιοφωνικός σταθμός Αθηνών την κάλεσε και της ζήτησε συνεργασία παραχωρώντας της μια ώρα την ημέρα να τραγουδά ζωντανά με το συγκρότημά της.  Έτσι η Βέμπο δημιούργησε μια μικρή ορχήστρα με τον Μοσχούτη πιάνο, Μένιο Μανωλιτσάκη ακορντεόν και Αβατάγγελο βιολί, τον Τραϊφόρο κονφερασιέ και την αδελφή της Αλίκη.  Με αυτή τη μικρή ορχήστρα γύριζε κάθε μέρα από νοσοκομείο σε νοσοκομείο για να ψυχαγωγεί τους τραυματίες που επέστρεφαν από το μέτωπο.  Οι Γερμανοί μπήκαν στην έρημη Αθήνα στις 27 Απριλίου του 1941, ενώ η Βέμπο τραγουδούσε ζωντανά από το ραδιοφωνικό σταθμό του Ζαππείου.  Κάποια στιγμή το τραγούδι της σταμάτησε και η φωνή του εκφωνητή Κώστα Σταυρόπουλου ακούστηκε βροντώδης να μεταδίδει το τελευταίο μήνυμα.  Η Βέμπο γίνεται στόχος των Ιταλογερμανών.  Την γρονθοκοπούν ένα βράδυ που γυρίζει στο σπίτι της, μπλε πολυκατοικία στα Εξάρχεια, τη φυλακίζουν στις φυλακές Αβέρωφ, της αφαιρούν την άδεια ασκήσεως επαγγέλματος, κάποια στιγμή της την επιστρέφουν κλπ.  Θα μπουν και στη δισκογραφική εταιρεία Columbia και θα καταστρέψουν όλες τις μήτρες των τραγουδιών της.  Η εταιρεία θα κλείσει και θα επαναλειτουργήσει μετά την κατοχή.

Τα τραγούδια και τα θεατρικά κείμενα υποβάλλονται τώρα σε τριπλή λογοκρισία (ελληνική/ιταλική/γερμανική).   Η κατάσταση είναι απελπιστική.  Η ζωή της κινδυνεύει.  Με τη βοήθεια των ελληνικών μυστικών υπηρεσιών (αρχηγός των οποίων ήταν ο ταγματάρχης Ι. Τσιγάντε), σε συνεργασία με τον Άγγελο Έβερτ (διοικητή της Ασφάλειας Αθηνών, πατέρα του Μιλτιάδη Έβερτ) και το Αγγλικό Επιτελείο Μέσης Ανατολής, οργανώνεται η απόδρασή της στη Μ. Ανατολή, όπου ήδη έχει αρχίσει να γεννιέται ο πυρήνας μιας ελεύθερης Ελλάδας. Μαζί της φυγαδεύεται κι ο αδελφός της Τζώρτζης.  Η οικογένειά της δεν θέλει με κανένα τρόπο να την ακολουθήσει ο Τραϊφόρος.  Ποτέ δεν τον έχει δει με συμπάθεια.  Ο Τραϊφόρος, γεμάτος πίκρα απ’ αυτή την προδοσία, δεν μπορεί να εξηγήσει που και πως βρήκε τη δύναμη και το κουράγιο η «Σοφία του» να τον εγκαταλείψει.  Βυθισμένος στη θλίψη και το κενό, γεμάτος απόγνωση περιγράφει τα συναισθήματά του σε μουσική του Λεό Ραπίτη  στο τραγούδι «Ας ήταν για λίγο», στα τέλη του 1942.

Η περίοδος της «Μέσης Ανατολής»

Στις 8 Οκτωβρίου 1942, η Σοφία μαζί με τον αδελφό της, φορώντας παλιόρουχα, μπαίνουν σ’ ένα καΐκι στην Κύμη Ευβοίας και φυγαδεύονται στη Μέση Ανατολή.  Η Σοφία είναι ντυμένη γριά κι έχει πλαστή ταυτότητα με τ’ όνομα Σοφία Βαμβέτσου.  Ύστερα από ένα περιπετειώδες ταξίδι, που κρατάει σχεδόν ένα μήνα, φθάνουν στα παράλια της Τουρκίας και συνεχίζουν για Συρία (Χαλέπι, Δαμασκό) Παλαιστίνη, Αίγυπτο.  Μαζί με τη Σοφία ο αντίλαλος των τραγουδιών του Αλβανικού Έπους περνά στη Μέση Ανατολή.  Όμως της είναι αδιανόητο να ζήσει μακριά από το «Μίμη της» και πολύ σύντομα καταφέρνει να τον έχει, όπως και την αδελφή της, κοντά της.  Εκεί η Βέμπο τραγουδά για να διασκεδάσει τις ένοπλες δυνάμεις, συγκροτεί θιάσους, ανεβάζει δεκάδες επιθεωρήσεις, δίνει ρεσιτάλ.  Τις περισσότερες φορές τραγουδά μ’ ένα ακορντεόν και χωρίς μικρόφωνο, ολομόναχη πάνω σε μια πρόχειρη σκηνή.  Πάνω σ’ ένα τζιπ διασχίζει αποστάσεις κι ερήμους κάνοντας αμέτρητες φορές τον γύρο της Συρίας, Παλαιστίνης και Αιγύπτου.  Η λέξη «κούραση» δεν υπάρχει στο λεξιλόγιό της.  Δεν λογαριάζει κακουχίες ούτε αντίξοες συνθήκες ταξιδιού.  Πηγαίνει οπουδήποτε την καλούν.  Σε στρατόπεδα, σ’ αεροπορικές μονάδες, σε νοσοκομεία, σε καταστρώματα πολεμικών πλοίων (Αβέρωφ, Αδρίας, Κουντουριώτης, Φαιστός, Βασ. Όλγα κτλ) σε προσφυγικούς καταυλισμούς, αδιακρίτως αν είναι ελληνικά ή εγγλέζικα.  Οι δυνάμεις της Μέσης Ανατολής την έχουν είδωλο.  Το Υπουργείο Ναυτικών και Αεροπορίας της διαθέτει ειδικό αεροπλάνο, τη «Μεγαλόχαρη» για τις μετακινήσεις της.  Φθάνει στο Σίντι Μπαράνι, στη Μάρσα Ματρούχ, στο Τομπρούκ, στο Ελ Αλαμέιν.  Δεν είναι μόνο ότι τραγουδά για να διασκεδάσει τις ένοπλες δυνάμεις.  Δίνει τα πάντα για τον αγώνα:  Την ψυχή της, τη φωνής της, και το μεγαλύτερο μέρος από τις εισπράξεις των ρεσιτάλ που δίνει στις μεγάλες πόλεις της Αιγύπτου.  Σε 20.000 λίρες υπολογίζονται οι προσφορές της για τη “Νίκη” στη Μ. Ανατολή (“Εθνικός Κήρυξ” Ν. Υόρκης, Σάββατο 3 Μαΐου 1947), ποσό τεράστιο για την εποχή.  Προσφέρει συνέχεια, σε οικογένειες φαντάρων, σε θύματα κατοχής, σε ανάπηρους πολέμου, σε ορφανοτροφεία (Σπετσοπούλειο, Κανισκάρειο) σε πρόσφυγες, στον Ερυθρό Σταυρό.  Έως το Φεβρουάριο του 1946, λοιπόν, είναι στην Αίγυπτο.  Οι επιθεωρήσεις ανεβαίνουν η μία μετά την άλλη στα μεγαλύτερα θέατρα της Αλεξάνδρειας όπου θα οργανώσει το πρώτο θέατρο “ΒΕΜΠΟ”. Εκείνη την περίοδο θα τραγουδήσει μερικά από τα ωραιότερα τραγούδια της σε  μουσική Λεό Ραπίτη και σε στίχους Μίμη Τραϊφόρου: «Ραντεβού στην Αθήνα», «Καινούρια ζωή», «Σβήσε το φως» κ.ά.

Η θριαμβευτική επιστροφή στην Αθήνα και ο θρίαμβος στην Αμερική

Στα τέλη του 1945 ο πόλεμος έχει πια τελειώσει και η Βέμπο αποχαιρετά την Αίγυπτο μέσα σε μια ατμόσφαιρα μεγάλης συγκίνησης ύστερα από τη λατρεία που της χάρισε το κοινό της, αλλά και ευτυχισμένη που θα γύριζε στην πατρίδα της.  Φθάνει στον Πειραιά στις 16 Φεβρουαρίου του 1946, με το σημαιοστολισμένο αντιτορπιλικό “ΚΡΗΤΗ”.  Η υποδοχή που της έγινε στο λιμάνι του Πειραιά ήταν πρωτοφανής.  Τα πολεμικά πλοία που ήταν αραγμένα χαιρετούσαν σφυρίζοντας, και οι ναύτες είχαν βγει στα καταστρώματα και χαιρετούσαν.  Με μάτια πλημμυρισμένα από δάκρυα, η Σοφία ανταπέδιδε το χαιρετισμό κουνώντας τα χέρια της.  Στη στεριά την υποδέχθηκαν οι αρχές της πόλης, ο μητροπολίτης, αξιωματικοί, όλων των όπλων με τις γυναίκες και τα παιδιά τους, και ένα μεγάλο πλήθος κόσμου που την περίμενε.  Τα μεγάφωνα έπαιζαν τραγούδια της.  Η Σοφία έκλαιγε σαν μικρό παιδί βαθειά συγκινημένη από αυτή την αναπάντεχη υποδοχή.  Με ένα στρατιωτικό τζιπ έφυγε για το σπίτι της.  Στο επόμενο διάστημα ως το τέλος του 1946 η Βέμπο από τη σκηνή του θεάτρου “ΚΕΝΤΡΙΚΟΝ” θα λανσάρει τη μεγάλη επιτυχία της, «Κάνε κουράγιο Ελλάδα μου» σε μουσική Λεό Ραπίτη και στίχους Μίμη Τραϊφόρου.  Η επιθεώρηση λεγόταν «Ελλάδα μου κουράγιο»  ήταν γεμάτη εθνικό παλμό, με συγγραφείς Τραϊφόρο-Βασιλειάδη και μουσική του Λεό Ραπίτη και εξέφραζε το παράπονο της χώρας για την αδικία που της είχαν κάνει οι μεγάλοι στην μοιρασιά στέλνοντας το μήνυμα της συμφιλίωσης προς όλους τους Έλληνες.

Ήταν τότε που ο αδελφός της Τζώρτζης την πείθει να ξεκινήσει την περιοδεία της στην Αμερική. Θα τη συνόδευε ο ίδιος και θα έπαιρναν μαζί τους μόνο την αδελφή τους Αλίκη, και τους μουσικούς Ραπίτη και Μανωλιτσάκη.  Όταν η Σοφία ανήγγειλε στον Μίμη την απόφασή της, έγινε έξαλλος «Θα φύγεις τώρα αφήνοντας μια τέτοια επιτυχία; Είσαι τρελή;»  Η Σοφία όμως ήταν αποφασισμένη και κανείς και τίποτα δεν μπορούσε να τη σταματήσει.  Του εξήγησε ότι θα απουσίαζε δύο το πολύ τρεις μήνες, ήταν όμως σίγουρη πως ο καιρός της απουσίας της θα ήταν πολύ περισσότερος.  Οι Έλληνες της Αμερικής που την ήξεραν από τους δίσκους ανυπομονούσαν να δουν και να ακούσουν ζωντανά τη θρυλική Βέμπο.  Η πρώτη της εμφάνιση είχε κανονιστεί για τις 11 Μαΐου στο μεγάλο θέατρο συναυλιών της Νέας Υόρκης το CARNEGIE HALL με μία συναυλία υπέρ της οργάνωσης Ελληνική Πολεμική Περίθαλψη.  Τα εισιτήρια είχαν εξαντληθεί από την πρώτη κιόλας βδομάδα για την αίθουσα των 3.000 θέσεων.  Το ρεσιτάλ της αυτό ήταν το σπουδαιότερο της, μέχρι εκείνη τη στιγμή, αλλά και από όλα όσα θα ακολουθούσαν, πιστεύω.  Τραγούδησε περί τα σαράντα τραγούδια χωρίς μικρόφωνο με τη συνοδεία μόνο δύο πιάνων, και πιανίστες τον Λεό Ραπίτη και τον Μένιο Μανωλιτσάκη.  Το ρεσιτάλ παρακολούθησαν και κριτικοί μεγάλων αμερικάνικων εφημερίδων, οι οποίοι την επόμενη έγραψαν ύμνους για τη φωνή της, την ερμηνεία της, την εκφραστικότητά των κινήσεών της, την προσωπικότητα και τα τραγούδια της.

Κι ενώ η Βέμπο θριάμβευε στην Αμερική, ο Τραϊφόρος βίωνε την ψυχική του ερημιά συνειδητοποιώντας τι σήμαινε για αυτόν η Βέμπο.  Απ΄την απόγνωση και τον πόνο του γεννήθηκε ένα από τα ωραιότερα τραγούδια της ελληνικής δισκογραφάς, το «Ας ερχόσουν για λίγο» το οποίο όπως γράφει στην παρτιτούρα είναι γραμμένο και αφιερωμένο σε κείνη.  Αυτό πρέπει να το μάθουν όλοι οι παραγωγοί ραδιοφωνικών εκπομπών και όταν επιλέγουν να ακουστεί αυτό το τραγούδι, να το λένε για να μαθαίνουν οι νεότεροι.  Το τραγούδι αυτό δεν το είπε ποτέ η Βέμπο.  Το ερμήνευσε θαυμάσια όμως η Δανάη σε μουσική του Μιχάλη Σουγιούλ.  Στην Αμερική η Βέμπο θα δισκογραφήσει πολλά τραγούδια, δύο μάλιστα μαζί με τον παλιό φίλο της, βαθύφωνο της METROPOLITAN OPERA της Νέας Υόρκης Νίκο Μοσχονά, το παραδοσιακό «Η γερακίνα» και το «Ναύτη» του Γιώργου Μητσάκη.

Το θεάτρο «ΒΕΜΠΟ» και  ιστορία της «Ταμπακιέρας».

Την πρώτη κιόλας μέρα που επέστρεψε από την Αμερική στην Αθήνα έπεσε με τα μούτρα στη δουλειά για να οργανώσει τις περιοδείες της , αφού η μοναδική παράσταση που θα έδινε ήταν στο θέατρο “ΑΘΗΝΑΙΟΝ” της οδού Πατησίων, στις αρχές του Ιουλίου. Οι περιοδείες της ξεκίνησαν και σκοπός δεν ήταν άλλος από το να μαζευτούν τα απαραίτητα χρήματα για να χτίσει το θέατρό της.  Ήταν πράγματι μια σύγχρονη Οδύσσεια που μόνο εκείνη θα μπορούσε να φέρει σε πέρας.  Ο χώρος που επέλεξε η Βέμπο για να χτίσει το θέατρό της βρισκόταν στην οδό Καρόλου στο Μεταξουργείο, που εκείνη την εποχή ήταν θεατρική πιάτσα σε κοντινή απόσταση από τα θέατρα ΠΕΡΟΚΙΕ, ΣΑΜΑΡΤΖΗ και ΑΘΗΝΑΙΟΝ, καθώς και το ΛΥΡΙΚΟΝ της οδού Γ’ Σεπτεμβρίου.  Σε κοντινή επίσης απόσταση το θέατρο ΛΑΟΥ που είναι σήμερα κινηματογράφος.  Το θέατρο της χτίστηκε εκεί που πριν ήταν ο θερινός κινηματογράφος ΕΡΜΗΣ. Η Βέμπο κατέθεσε τους κόπους δεκαεφτάχρονης καριέρας, και σκληρής δουλειάς.  Η πρεμιέρα στο θέατρο “ΒΕΜΠΟ” δόθηκε στις 18 Ιουνίου του 1950.  Τίτλος της επιθεώρησης ήταν «Βίρα της Άγκυρες» και συγγραφείς οι Μίμης Τραϊφόρος και Γιώργος Γιαννακόπουλος. Για τις ανάγκες της επιθεώρησης ο Ιωσήφ Ριτσιάρδης, από τους πιο καλλιεργημένους μουσικούς της εποχής εκείνης και μοναδικός ενορχηστρωτής, με σπουδές στην Ευρώπη, της έγραψε τέσσερα τραγούδια ανάμεσα στα οποία και η περίφημη «Ταμπακιέρα» σε με τους στίχους του Γιώργου Γιαννακόπουλου. Ο συνθέτης ήταν προβληματισμένος για τους στίχους αλλά με τη Σοφία δίπλα του που ήταν ξετρελαμένη με τους στίχους, γεννήθηκε το πρώτο αρχοντορεμπέτικο.  Ο Τραϊφόρος είχε γίνει έξω φρενών που η Σοφία επέμενε να τραγουδήσει ένα τέτοιο χασικλοτράγουδο. Αυτό ήταν και το τελευταίο τραγούδι που τραγούδησε η Βέμπο στην παράσταση. Η σκηνή ήταν ως εξής: κάποια στιγμή που έκλεισε η αυλαία για αλλαγή σκηνικού, άρχισε η ορχήστρα την εισαγωγή του τραγουδιού, εμφανίστηκε η Βέμπο φορώντας μαύρη σατέν εφαρμοστή τουαλέτα με άνοιγμα στην πλευρά του αριστερού ποδιού απ’ όπου φαινόταν η καλτσοδέτα της ζαρτιέρας που συγκρατούσε μια ασημένια ταμπακιέρα.  Τα μαλλιά της κάλυπταν το μισό της πρόσωπο και με ύφος μπλαζέ έκανε μερικά βήματα προς το μέσο του προσκήνιου, ενώ η ορχήστρα συνέχιζε να παίζει την εισαγωγή.  Στη συνέχεια έπιασε την ταμπακιέρα, τράβηξε ένα τσιγάρο, το έφερε στο στόμα της και βγάζοντας από τον κόρφο της ένα κουτί σπίρτα το άναψε με μια μοναδική κίνηση.  Το κοινό σάστισε στο άκουσμα της εισαγωγής στο ρυθμό του χασάπικου σε συνδυασμό με την εμφάνιση της Σοφίας.  Δεν μπορούσε να τη συνδέσει με αυτό το είδος της μουσικής που εκείνη την εποχή ακόμη εξακολουθούσε να θεωρείται περιθωριακή.  Κάποια στιγμή η Βέμπο μπήκε στο τραγούδι.  Μόλις τελείωσε το κοινό ξέσπασε σε ένα ξέφρενο χειροκρότημα φωνάζοντας «όλο» και  «μπις».  Η Σοφία το ξανατραγούδησε κάνοντας τέσσερα μπις, και κάνοντας μια βαθειά υπόκλιση έφυγε από τη σκηνή μέσα σε ένα καταιγισμό χειροκροτημάτων και επευφημιών.  Έτσι η Βέμπο το 1950 δεν θεμελίωσε μόνο το θέατρό της αλλά και τον ακρογωνιαίο λίθο σε ένα είδος τραγουδιού που σύντομα θα γνώριζε μεγάλη άνθηση.

Το τέλος

Τη χειμερινή σεζόν 1954-1955 δεν υπήρχαν θεατρικά σχέδια για τη Βέμπο, και δέχτηκε συμμετοχή στο έργο του Κακογιάννη, «Στέλλα».  Είναι αξιοσημείωτο ότι όταν πέφτουν τα γράμματα των ηθοποιών και των λοιπών συντελεστών της ταινίας, το μόνο όνομα που το μέγεθος των γραμμάτων του είναι ίδιο με εκείνο της πρωταγωνίστριας Μελίνας Μερκούρη είναι της Σοφίας Βέμπο.  Εκεί η Σοφία ερμηνεύει μοναδικά με συνοδεία το βιρτουόζο κιθαρίστα Γερ. Μηλιαρέση, το τραγούδι «Το φεγγάρι είναι κόκκινο» σε μουσική και στίχους Μάνου Χατζηδάκι.  Το Δεκέμβριο του 1956 στο θέατρο ΚΥΒΕΛΗ, ανεβαίνει η επιθεώρηση «Αλα Νάσερ» των Τραϊφόρου-Βασιλειάδη, όπου η Βέμπο τραγουδά με σκηνικό και κόρο, μια από τις μεγαλύτερες επιτυχίες της «Ο άνθρωπός μου» σε μουσική Μεν. Θεοφανίδη και σε στίχους Μ. Τραϊφόρου.  Τα δύσκολα χρόνια όμως έφταναν και οι εμφανίσεις της στο θέατρο ήταν όλο και πιο αραιές.  Η τελευταία της εμφάνιση στο θέατρο ήταν το καλοκαίρι του 1972 στο θέατρο “ΑΥΛΑΙΑ” της Θεσσαλονίκης σε μια πλακιώτικη ηθογραφία με τίτλο “Κάτι ψιθυρίζεται” σε μουσική του Ζακ Ιακωβίδη.  Η Σοφία ακουγόταν σε πλεϊ μπακ που είχε ηχογραφήσει στην Αθήνα με τον Ζακ Ιακωβίδη.  Ήταν τόσο καλή στην εμφάνιση και η φωνή της τόσο ακμαία!  Το κοινό της Θεσσαλονίκης, ζεστό, ερχόταν άλλη μια φορά να τιμήσει την αγαπημένη του τραγουδίστρια.

Το Νοέμβριο του 1973 την τραγική βραδιά του Πολυτεχνείου, το σπίτι της στην οδό Στουρνάρα εκατό μέτρα από τα γεγονότα έγινε καταφύγιο για δεκάδες νέους τραυματισμένους.  Το πρωί που οι αστυνομικοί κτύπησαν την πόρτα της τη ρώτησαν αν είχε φιλοξενήσει κόσμο στο σπίτι της.  «Βεβαίως και φιλοξένησα» τους απάντησε. «Κι εσείς αν μου χτυπούσατε την πόρτα τρέμοντας από φόβο και με σπασμένα κεφάλια το ίδιο θα έκανα!!».   Με απόλυτη ασφάλεια έφυγαν αργότερα για τα σπίτια τους όλοι οι φιλοξενούμενοί της.

Η Βέμπο παντρεύτηκε με τον Μίμη Τραϊφόρο στις 8 Οκτωβρίου του 1957, σαν ηθικό χρέος απέναντι στους Έλληνες που λάτρευε.  Μετοίκησε στη ζώνη των αθανάτων στις 11 Μαρτίου του 1978, ήσυχη για το ότι έκανε το χρέος της απέναντι στην Πατρίδα της, στην οποία μόνο έδωσε.  Ποιος μπορεί αλήθεια να πιστέψει πως οι αρμόδιοι φορείς της χώρας μας δεν έχουν κυκλοφορήσει ούτε ένα γραμματόσημο με τη μορφή της….

Σημείωση: Πηγή των κειμένων είναι τα βιβλία του επίσημου βιογράφου της Ανδρέα Μαμάη, «Σοφία Βέμπο η φωνή της Ελλάδας», των εκδόσεων ΚΕΔΡΟΣ, και το λεύκωμα «ΒΕΜΠΟ» των εκδόσεων ΠΑΤΑΚΗ με σπάνιες φωτογραφίες της, καθώς και με σχόλια και κριτικές σπουδαίων Ελλήνων και ξένων. Κάποιες αναφορές στο κείμενο είναι από το λεύκωμα της Κατερίνας Κ. Πετρίδου «Σοφία Βέμπο». Ολόκληρη η συλλογή μαζί με ένα πλήθος προσωπικών αντικειμένων της Βέμπο, εκτίθενται μόνιμα στο Πολεμικό Μουσείο της Θεσσαλονίκης. 

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s